ἐπιφωνήσῃ

ἐπιφωνήσηι , ἐπιφώνησις
acclamation
fem dat sg (epic)
ἐπιφωνέω
mention by name
aor subj mid 2nd sg
ἐπιφωνέω
mention by name
aor subj act 3rd sg
ἐπιφωνέω
mention by name
fut ind mid 2nd sg
ἐπιφωνέω
mention by name
aor subj mid 2nd sg
ἐπιφωνέω
mention by name
aor subj act 3rd sg
ἐπιφωνέω
mention by name
fut ind mid 2nd sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • επιφώνηση — η (AM ἐπιφώνησις) [επιφωνώ] κραυγή, αναφώνηση, έκφραση αισθημάτων ή συναισθημάτων με επιφώνημα («επιφώνηση θαυμασμού, αποδοκιμασίας» κ.λπ.) μσν. 1. υπόσχεση καταβολής χρέους 2. έντονη παρατήρηση με δυνατές φωνές αρχ. 1. (ρητορ.) σχήμα λόγου κατά… …   Dictionary of Greek

  • επιφώνηση — η 1. κραυγή για κάτι, αναφώνηση, έκφραση με επιφώνημα. 2. σχήμα λόγου σύμφωνα με το οποίο στην αρχή ή στο τέλος των προτάσεων παρεμβάλλονται λέξεις ή φράσεις επιφωνηματικές για επίκληση σε άγιο πρόσωπο ή για εκδήλωση έντονου συναισθήματος:… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εύρηκα — (ΑΜ εὕρηκα) (παρακμ. τού ευρίσκω*) επιφώνηση θριάμβου που γίνεται για σπουδαία ανακάλυψη (η περιώνυμη επιφώνηση τού Αρχιμήδη) …   Dictionary of Greek

  • ήμαρτον — (AM ἥμαρτον) νεοελλ. (ως επιφών.) 1. έσφαλα, αναγνωρίζω το αμάρτημά μου, συγχώρεσέ με, έλεος 2. φρ. «ήμαρτον, Θεέ μου!» ή «ήμαρτον, Παναγία μου!» α) αναφώνηση ανθρώπου που βλαστήμησε ή σκέφθηκε κάτι κακό και μετανοεί β) επιφώνηση αγανάκτησης ή… …   Dictionary of Greek

  • ανάξιος — (I) α, ο (Α ἀνάξιος, ία, ιον και αττ. ιος, ιον) 1. αυτός που δεν θεωρείται άξιος για κάτι, που έχει ή παθαίνει ή κάνει κάτι παρά την αξία, ανάρμοστα 2. αυτός που δεν τού πρέπει να έχει ή να παθαίνει κάτι 3. ο δίχως αξία, αξιοκαταφρόνητος,… …   Dictionary of Greek

  • επικέλευσις — ἐπικέλευσις, ἡ (Α) [επικελευω] προτροπή, επιφώνηση για ενθάρρυνση …   Dictionary of Greek

  • επιφωνηματικός — ή, ό (AM ἐπιφωνηματικός, ή, όν) [επιφώνημα] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο επιφώνημα νεοελλ. αυτός που λέγεται ως επιφώνημα ή ως επιφώνηση. επίρρ... επιφωνηματικώς και ά με τρόπο επιφωνηματικό …   Dictionary of Greek

  • ευχωλή — εὐχωλή, ἡ (Α) (επικ. τ.) 1. ευχή, δέηση, τάξιμο, υπόσχεση για θυσία ή αφιέρωση 2. μεγαλαυχία, κομπορρημοσύνη 3. αιτία για καυχησιολογία, καμάρι 4. θριαμβευτική επιφώνηση («εὐχωλὴ πέλεν ἀνδρῶν ὀλλύντων τε καὶ ὀλλυμένων», Ομ. Ιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. <… …   Dictionary of Greek

  • θαυμάσιος — (Αστρον.). Ο πρώτος γνωστός μεταβλητός αστέρας. Το φαινόμενο μέγεθός του κυμαίνεται από ένα ελάχιστο 9 ή και μικρότερο, μέχρι 4 ή και 3 το μέγιστο. Μία φορά, το 1779 έλαμψε με μέγεθος σχεδόν 1. Η περίοδος της μεταβολής της φωτεινότητάς του είναι… …   Dictionary of Greek

  • πλάτανος — Γένος φυτών της οικογένειας των Πλατανιδών, της τάξης των ροδωδών (δικοτυλήδονα). Τα πιο αξιόλογα καλλιεργούμενα είδη είναι ηπ. η ανατολική καιπ. η δυτική. Το πρώτο είναι το γνωστό πλατάνι, που φύεται σε όλη την Ελλάδα, στις όχθες των ποταμών,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.